Η κίνηση είναι απλή |
||||||||
Σηκώνεις αργά το δεξί σου χέρι και κλείνεις το στόμα σου. Όχι σφιχτά. Να μπορείς ν' ανασάνεις. Για να υπάρχεις. Αυτό είναι το βίτσιο της υπόθεσης. Να θες να ζεις σε κάτι που απεχθάνεσαι. Αναπνέεις αργά. Η αναπνοή είναι κουραστική. Η ανάσα κρύα. Αργοπεθαίνεις. Δε μιλάς. Δε θες να μιλήσεις. Όχι γιατί δεν έχεις τίποτα να πεις. Γιατί βαρέθηκες να βγάζεις τα σωθικά σου κραυγάζοντας και να βλέπεις τοίχους θεόρατους να φράζουν τους δρόμους σου. Να βλέπεις ανθρώπους να σε προσπερνούν ασυγκίνητοι. Γιατί βαρέθηκες να φτύνεις λέξεις στον αέρα και να τις βλέπεις να πέφτουν νεκρές στο χώμα. Που και που η επιθυμία σου υπερβαίνει τα όρια. Μουρμουρίζεις. Καμιά διαφορά. Δεν ακούει κανείς. Σηκώνεις, αργά πάλι, το αριστερό σου χέρι. Το φέρνεις προς τα μάτια σου. Ρίχνεις μια ματιά τριγύρω. Βρίσκεις μια όμορφη εικόνα, αν μπορείς. Αυτή θα είναι η τελευταία σου. Αυτή θα θυμάσαι. Πρέπει να 'ναι ωραία. Το χέρι πλησιάζει τα μάτια. Το βλέμμα θολώνει πριν χαθεί στο σκοτάδι. Δε βλέπεις. Όχι γιατί δε θέλεις να δεις. Γιατί όπου και να στρέψεις το βλέμμα σου, μια καλλωπισμένη αηδία αντικρίζεις. Πόδια που τρέχουν πανικόβλητα, χέρια που ανεβοκατεβαίνουν άσκοπα, σώματα που κινούνται νωθρά σ' ένα τοπίο άχρωμο, ποτισμένο με τη μυρωδιά της βενζίνης. Μούτρα με τη μάσκα που κουβαλά την έκφραση της μέρας, της βδομάδας... Ξέχασαν κι οι ίδιοι από πότε τη φορούν. Κι οι λίγοι που έμειναν χωρίς, ντρέπονται. Κάνουν προσπάθειες για να μην ξεχωρίζουν. Φορούν το πιο απρόσωπο πρόσωπο γιατί... Γιατί; Σημασία έχει που το φορούν, το γιατί το ξέχασαν. Κάποτε τους το είπαν, το εξήγησαν καλά, αλλά δεν το θυμούνται. Ήταν πολύ πολύπλοκο. Στέκεσαι ακίνητος χωρίς να βλέπεις, χωρίς να μιλάς. Νοιώθεις μια περίεργη ηρεμία. Προσπαθείς να θυμηθείς πώς έγιναν έτσι τα πράγματα. Μα δε θυμάσαι να ήταν ποτέ αλλιώς. Απλά κατάλαβες πως κάτι δεν πάει καλά. Ό,τι κι αν είπες, ό,τι κι αν έκανες κανείς δε σε κατάλαβε. Κι οι λίγοι που έδειξαν να σε προσέχουν, μάλλον για να μη δείξουν πως αδιαφορούν το έκαναν. Κάτι σε χαλάει, δεν είσαι πλασμένος για τα δικά τους μέτρα, το καλούπι που προσφέρουν, μόνο γι' αυτούς κάνει. Είχες τη μαγκιά να αρνηθείς το φίμωτρο που σου προσέφεραν και ν' αντιδράσεις στην τύφλωση που σε οδηγούσαν τα θεάματα. Γι' αυτό έφτασες εδώ. Έβγαλες μόνος σου τα μάτια σου, κατάπιες τη γλώσσα σου. Τυφλώθηκες και βουβάθηκες. Για να μην τους δώσεις τη χαρά να το κάνουν αυτοί. Ή μήπως το έκαναν τελικά; Ώσπου... Την ηρεμία σου ταράζει μια βουή. Ήταν πάντα εκεί αν και ποτέ δεν πρόσεξες την έντασή της. Σε τρελαίνει. Γίνεται όλο και πιο δυνατή. Με κινήσεις πανικού, κλείνεις με τα χέρια σου τ' αυτιά σου. Θυμάσαι τους ανθρώπους τριγύρω σου. Άραγε άλλαξε τίποτα; Μπα... Θυμώνεις. Σπασμοί σ' όλο σου το σώμα. Ένα βλέμμα ξεφεύγει. Κάποιος ξερνάει στην άκρη του δρόμου. Σφίγγεις τα βλέφαρα δυνατά. Η μυρωδιά σ' ενοχλεί. Κλείνεις τη μύτη σου. Η βουή ακόμα πιο δυνατή. Τρυπάει το μυαλό σου. Τα μάτια ανοίγουν ξανά. Ο άνθρωπος σέρνεται βογκώντας στο πάτωμα. Κλείνουν ξανά. Μα η εικόνα μένει. Οι αισθήσεις ξυπνούν. Η μυρωδιά πιο έντονη, διαπερνά τα ρουθούνια σου, ανακατεύεσαι, ξερνάς κι εσύ. Τα χέρια σου ανίκανα πια να κάνουν οτιδήποτε. Με το ζόρι στηρίζουν ένα κορμί που τρέμει. Ένα δάκρυ κυλά. Κραυγάζεις. Κραυγή απόγνωσης αυτή τη φορά. Κέρδισαν. Κάθε προσπάθεια να μείνεις μακριά απέτυχε. Μέρος του όλου τώρα. Κέρδισαν; Σηκώνεσαι. Αργά στην αρχή. Μια λέξη σε σηκώνει. Η μυρωδιά της βενζίνης κυλά μέσα σου. Σε γεμίζει. Γίνεται το μέσο της αλλαγής. Κοιτάς τριγύρω. Κάποιος άλλος ψάχνει. Μια λέξη σε τραβά κοντά του. Προχωράς προς το μέρος του. Πιο γρήγορα τώρα. Σχεδόν νευρικά. Ψιθυρίζετε. Όσοι δεν άκουσαν τις κραυγές τώρα καρφώνουν το βλέμμα τους πάνω σας. Δεν κρύβεστε. Δε κλείνει ο ένας τα μάτια του άλλου. Ανοίγετε αυτιά και στόματα τρίτων. Σηκώνετε τον πεσμένο στην άκρη του δρόμου. Δε στέκεστε ακίνητοι. Κινείστε. Μουδιασμένοι ακόμα αλλά κινείστε. Χάθηκε χρόνος. Οι άλλοι είναι μπροστά. Θα κοιτάξετε μακριά. Θα τους φτάσετε γιατί το θέλετε. Δε θα πετάξετε ποτέ. Θα υπάρχει πάντα η λέξη που θα σας κρατά δεμένους στο χώμα. Θα διεκδικείτε για να υπάρχετε. Γιατί υπάρχει κάτι που το λεν αξιοπρέπεια. |
||||||||
Plats |
||||||||