Facta Non Verba
ΑΡΧΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΡΑΣΕΙΣ LINKS


 
ΙΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ

Roy Anderson - Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο

           
     
 


ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ευάερα και ευήλια διαμερίσματα με προοπτική το αδιέξοδο.

‘‘Φοβερό το μποτιλιάρισμα εκεί πέρα. Δε νομίζεις; Οχτώ ώρες ακινητοποιημένα όλα. Κανείς δεν ξέρει γιατί. Λες και η πόλη πάει κάπου. Όλοι στην ίδια κατεύθυνση. Αναρωτιέται κανείς που πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Ξέρεις πού πηγαίνουν; Πού κατευθύνονται;''

Χρεωκοπία. Το μεγάλο κραχ. Το τέλος του καπιταλισμού, προερχόμενο απ' την ίδια του τη σαπίλα, από τον ίδιο του τον θάνατο.

Σοκαριστικά κυνική αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Η αντιμετώπιση της πραγματικότητας ως μικρόκοσμο του καθενός είναι ένα όπλο στα χέρια του καπιταλισμού.

Το άτομο, εκπαιδευμένο να ζεί σε ένα σύστημα που τον εγκλωβίζει και τον επιβραβεύει μόνο στη θέση του ζόμπι, αδυνατεί να λειτουργήσει και να αντιδράσει ακόμα και όταν αυτό το σύστημα καταρρέει. Νοίωθει απόγνωση, αδυναμία, αδιέξοδο. Τότε όλες οι στερεοτυπικές κινήσεις του, που ονομάζει καθημερινότητα, δείχνουν το αληθινό τους πρόσωπο, φαίνονται άδειες, αστείες, ανούσιες.

Ο άνθρωπος έχει να διαλέξει μόνο ανάμεσα σε δύο προοπτικές: το περιθώριο ή τον κλόουν. Τον κλόουν, ένα γελοίο υποκείμενο, ανίκανο για οτιδήποτε, που προσπαθεί να περισώσει τα απομεινάρια της μιζέριας του, όταν μπροστά του η πραγματικότητα είναι σάπια και τόσο προκλητικά άμεση. Ή το περιθώριο, τη θέση της παρατήρησης, την αξιοπρέπεια του ρακοσυλλέκτη.

Μόνο ο ρακοσυλλέκτης έχει το κουράγιο και την συνείδηση να αντιταχθεί σ' αυτό που θεωρεί άδικο. Οι υπόλοιποι μπορούν ανετότατα να γυρίσουν το κεφάλι τους, να αδιαφορήσουν, να πείσουν την ασφαλιστική πως δεν κάψαν αυτοί το μαγαζάκι τους για να τσεπώσουν την αποζημίωση, την ώρα που οι κραυγές του πλήθους πληθαίνουν. Ένας όχλος όπου ο καθένας είναι ικανός μόνο να μαστιγώνει τον μπροστινό του. “Έτσι θα αγωνίζονται μια μέρα οι άνθρωποι.”

Στο περιθώριο και ο τρελλός, αυτός που το σύστημα κατέταξε σ'αυτή τη θέση. Αυτός που δεν καταλαβαίνουν τα άλλα ζόμπι. Τα ζόμπι αντιλαμβάνονται ως αξιοπρέπεια μόνο την εξαθλίωση και την ταπείνωση. Αφού και αυτό θέλετε να το δείτε. Ορίστε, εδώ είναι, μπροστά σας! Θα γυρίσετε και τώρα το κεφάλι;

Βέβαια, υπάρχει και η συμπονετική “εκκλησία”. Αυτή που κατατάσει τον εαυτό της στη θέση του αρωγού, η συμπόνοια της ευλογίας, η φιλανθρωπία του φιλεύσπλαχνου.

Κραυγές ανθρώπων μπροστά στο τέλος...

“Έχει σημασία να μην χάσουμε τη ψυχραιμία μας (…) Η προσέγγισή μου ήταν μάλλον φιλοσοφική. Για το να παραμένεις άνθρωπος, όλα αυτά τα χρόνια... Έτσι το βλέπω… Ζωή ίσον χρόνος, και χρόνος ίσον μέρος μιας διαδρομής. Δηλαδή, η ζωή ειναι ένα ταξίδι... Δεν νομίζεις; Και για να ταξιδέψεις χρειάζεσαι χάρτη και πυξίδα. Αλλιώς δεν ξέρεις που είσαι”. Χάρτης είναι η καθαρή επίγνωση της πραγματικότητας, και πυξίδα η συνείδηση και ο στόχος. “Αν δεν το καταλάβουμε αυτό θα προχωρούμε ψαχουλεύοντας μέσα στο σκοτάδι... Πού είμαστε;
- Δεν κινηθήκαμε σχεδόν καθόλου.”

Όμως το σύστημα έχει αρπάξει από τους ανθρώπους και τον χάρτη και την πυξίδα. Και αυτοί, υπεύθυνοι που επέτρεψαν την αρπαγή, υπερασπίζονται με ζήλο την γραμμή της εξουσίας, τον δρόμο προς την απόγνωση, το αδιέξοδο, την απραξία.

Η κοινωνία παρατηρεί αδιάφορη τον απεγνωσμένο.

“Η ζωή είναι μια αγορά. Πολύ απλό. Θες πάντα να αγοράζεις κάτι που να πουλήσεις μετά για ένα μικρό ή μεγάλο κέρδος. Όλοι το ξέρουν αυτό. Όλοι εκτός από σένα. Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να σε βοηθήσει; Έγραφες ποιήματα μέχρι που τρελάθηκες...”

     


Ο άνθρωπος είναι το πιο ανεγκέφαλο όν, διεκδικεί το πιο πολύτιμο προϊόν. Η αίσθηση του νικητή ενσαρκώνεται στην ιδιοκτησία του πιο διαφημιζόμενου, του πιο “πολύτιμου” προϊόντος, my precious. H ψυχοσύνθεση του Gollum αντιπροσωπεύει την ψυχοσύνθεση του ανθρώπινου γένους. Αποτυχημένο είδος.

«Θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σου. Ένοιωσα ανακούφιση όταν έμαθα ότι πέθανες. “Τώρα δεν έχει σημασία να του δώσω τα λεφτά”, σκέφτηκα. Δεν υπήρχαν χαρτιά… είχα γλιτώσει το χρέος... Για το Θεό, τι πρέπει να κάνω; Δεν μπορώ να σου δώσω τα λεφτά τώρα; »

“Υπάρχει εποχή για δυστυχία. Υπάρχει εποχή για όλα. Θά 'ρθει και η δική σου εποχή. Είναι ψέμα πως κανείς δεν νοιάζεται για ποίηση. Κάνουν πως δεν νοιάζονται. Υποκρίνονται.”
“Ο Ιησούς δεν ήταν ιυός του Θεού. Ήταν απλώς ένας καλός άνθρωπος. Για αυτό τον σταύρωσαν και τον σκότωσαν.”
“Είναι τόσο δυστυχισμένος... Έχει χάσει το δρόμο του... Την αδελφή του γυρεύει. Οι Γερμανοί την κρέμασαν στη Ρωσία... Τον κρέμασαν και αυτόν. Λυπάται γιατί δεν πρόλαβε να της ζητήσει συγνώμη.
- Συγνώμη για ποιό πράγμα;
- Είχε κάνει κάτι κακό... Την πλήγωσε, νομίζω... Μετάνιωσε αλλά δεν πρόλαβε να επανορθώσει.
- Τι είχαν κάνει; Γιατί τους κρέμασαν;
- Επειδή ανήκαν σε λάθος φυλή, νομίζω. Ανήκαν σε λάθος φυλή.”

Έτσι και τα ζόμπι “κρεμουν” τον περιθωριοποιημένο επειδή ανήκει σε λάθος “φυλή”. Η φωνή που αντιστέκεται πρέπει να σωπάσει.

“Δεν τα αποφασίζουμε εμείς αυτά τα πράγματα. Η μοίρα τα αποφασίζει. Όχι εμείς... η μοίρα. Μπορούμε μόνο να προκαλούμε τη μοίρα. Μόνο αυτό μπορούμε να κάνουμε.”

Μια κοινωνία που κρύβεται και μοιρολατρεί. Μια κοινωνία χειραγωγημένη από την εξουσία, διδαγμένη από τα γενοφάσκια της για το δικό τους καλό η κακό, σωστό ή λαθός. Μια κοινωνία χωρίς ατομική φωνή, μαθημένη στην ευκολία της αγέλης, κρυμμένη στην ασφάλεια της ομάδας. Η ανάγκη του ανθρώπου να “ανήκει”, αποδεικνύεται ισχυρότερη και από το πιο αρρωστημένο περιβάλλον.

Η χειραγώγηση της κοινωνίας είναι αδιαπραγμάτευτη υποχρεώση της εξουσίας.

Η εξουσια, η εκκλησία και η κοινωνία παραταγμένες μπροστά στον γκρεμό θυσιάζουν ό,τι πιο αγνό και έντιμο υπάρχει. Και μετά καταναλίσκονται στην απόλαυση του θρήνου, ξερνοβολώντας στα μπαρ.

“Θυσιάζουμε τον ανθό της νιότης; Τι παραπάνω μπορούμε να κάνουμε;”
“Τι μπορείς να ζητήσεις από έναν ανθρωπο;”

Μια κοινωνία που προετοιμάζεται για “τραγούδια από το δεύτερο όροφο”, αφού πρώτα έχει ανατινάξει τον πρώτο.

Το μόνο ελπιδοφόρο κομμάτι αυτής της κοινωνίας απομένει το περιθώριο.

“Ευλογημένος αυτός που κάθεται κάτω.
Ευλογημένος αυτός που δουλεύει με την μέρα, με την ώρα, ...
Ευλογημένος αυτός που ιδρώνει από πόνο και ντρόπη.
Ευλογημένος αυτός που πληρώνει με ό,τι δεν έχει.
Ευλογημένος αυτός που θυμάται.
Ευλογημένος ο άνθρωπος χωρίς αγκάθια.
Ευλογημένος ο κλέφτης χωρίς τριαντάφυλλα.
Ευλογημένος αυτός που έχει τιμή και δεν πεθαίνει.”

Ευλογημένος αυτός που ακούει τη δική του φωνή.
Ευλογημένος αυτός που σκέφτεται.
Ευλογημένος αυτός που αντιδρά.

 
 
   
 
 

Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο
(Sanger fran andra vaningen, Σουηδία, 2000)

Ο Σουηδός Roy Anderson σκηνοθέτης / σεναριογράφος / μοντέρ κάνει την τρίτη του μεγάλου μήκους ταινία 25 χρόνια μετά απο την δεύτερη, τοποθετώντας 900.000 δολάρια από την τσέπη του (ποσό συγκεντρωμένο από τα πάνω απο 300 διαφημιστικά που έχει στο βιογραφικό του), ενώ πολλοί τον αναγνωρίζουν σαν μια “ιδιοφυία του σουηδικού κινηματογράφου” και θεωρούν πως “ξαναγράφει τους κανόνες του σινεμά”...

Απεικονίζει τις ζωές πάνω από 50 ανθρώπων, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά ερασιτέχνες ηθοποιούς και κινηματογραφώντας την ταινία εξ ολοκλήρου στο στούντιό του στην Στοκχόλμη. Η ταινία αποτελεί μια γεμάτη συμβολισμούς φιλοσοφική προσέγγιση της κρίσης του δυτικού πολιτισμού και των αξιών του. Τα πλάνα στατικά, ακίνητα με χωροταξική προοπτική, απεικονίζουν μια κοινωνία στάσιμη, αδρανή, με προοπτική το αδιέξοδο. Η μόνη κίνηση: επανάληψη του ίδιου. Στατική και κυνική, κάθε σκηνή ένα θαυμαστικό, μία επισήμανση στη σκέψη της ανθρώπινης πορείας

Ο σκηνοθέτης

Ο Roy Anderson είναι αναμφίβολα ένας μονομανής σκηνοθέτης. Η πρώτη του ταινία, η “Σουηδική ερωτική ιστορία”, κέρδισε το 1970 το Μεγάλο Βραβείο στο φεστιβάλ του Βερολίνου. Το 1976 γύρισε άλλη μια ταινία, το “Giliap”, και το 1981 ίδρυσε στη Στοκχόλμη το “Στούντιο 24”, μια ανεξάρτητη εταιρεία παραγωγής, για να καλύπτει τις ανάγκες του. Με δικά του πλατό, στούντιο μοντάζ και ήχου, κινηματογραφική αίθουσα και θεατρική σκηνή, ο Αντερσον έχει την απόλυτη ελευθερία κινήσεων. Αποκαρδιωμένος απο την συμπεριφορά του κινηματογραφικού κυκλώματος, ασχολήθηκε μόνο με την σκηνοθεσία μικρού μήκους, ντοκιμαντέρ και διαφημιστικών, για τα οποία απέσπασε πολλά βραβεία.

Επιστρέφοντας μετά από 25 χρόνια στις Κάννες, τιμήθηκε με το ειδικό βραβείο της επιτροπής στο πρόσφατο Φεστιβάλ και, αποστομώνοντας τους πάντες, δήλωσε: “Δεν ανακατεύτηκα με την παραδοσιακή κινηματογραφική κοινότητα, η οποία ενθαρρύνει τους συμβιβασμούς. Αντίθετα, βρήκα την ευτυχία στην απορρόφηση από τη δουλειά. Ισως να έκανα τη ζωή δύσκολη για τον εαυτό μου, αλλά ποτέ δεν ήθελα να συμμορφωθώ σε κανόνες και συμβάσεις...”.
Exaldera


επιστροφή στην αρχή της σελίδας ΑΡΧΙΚΗΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣΕΚΔΟΣΕΙΣΔΡΑΣΕΙΣLINKS