| |
Η Ορέστεια του Αισχύλου είναι η μόνη σωζόμενη τριλογία του αρχαίου ελληνικού δράματος.
Βάση της τραγωδίας ο μύθος της οικογένειας των Ατρειδών. Γενάρχης της οικογένειας ο Τάνταλος, αρπάζει τα εδέσματα των θεών σφάζει το γιό του Πέλοπα και τον παραθέτει δείπνο στους θεούς. Οι θεοί καταλαβαίνουν το γεύμα και τον τιμωρούν στον Άδη κρεμασμένο για πάντα σ’ ένα δεντρο απ’ το οποίο δε μπορεί ποτέ να φάει πάνω από μία λίμνη απ’ την οποία δε μπορεί ποτέ να πιεί. Οι θεοί καταριουνται τη γενιά του. Ο Θυέστης γιος του Πέλοπα μοιχεύεται τη γυναίκα του αδελφού του Ατρέα. Ο Ατρέας σκοτώνει τους γιούς του Θυέστη και τους παραθέτει δείπνο σ’ αυτόν. Ο Θυέστης τρελαίνεται και βιάζει την ίδια του την κόρη. Ο γιός της Αίγισθος σκοτώνει τον Ατρέα. Ο Αγαμέμνων γιός του Ατρέα παντρεύεται την Κλυταιμνήστρα αφού έχει σκοτώσει τον πρώτο της σύζυγο και το πρώτο της παιδί, πέφτοντας ικέτης στα πόδια του πατέρα της Τυνδάρεω. Ο αδελφός του Μενέλαος παντρεύεται την αδελφή της, την Ελένη. Ο Πάρις αποπλανά την Ελένη και ο τρωικός πόλεμος αρχίζει. Ένας χρησμός θέλει πρώτο θύμα αυτού του πολέμου την Ιφιγένεια κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας. Ο Αγμέμνων δέχεται η Κλυταιμνήστρα εναντιώνεται.Η Ιφιγένεια θυσιάζεται και η εκστρατεία αρχίζει. Η Κλυταιμνήστρα αναλαμβάνει εξουσία στις Μηκύνες με τον εραστή της Αίγισθο. Μετά την επιστροφή του απ’ τον πόλεμο ο Αγαμέμνων δολοφονείται απ’ την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο.Η Ηλέκτρα δεύτερη κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας φυγαδεύει σ’ άλλη πόλη τον Ορέστη, μόνο άντρα γόνο της οικογένειας, με την ελπίδα ότι θα γυρίσει για να εκδικηθεί. Η ίδια ζει στο παλάτι σαν δούλα μέσα σε δούλους περιμένοντας. Ο Ορέστης παίρνει χρησμό απ’ τον Απόλλωνα να σκοτώσει τη μάνα του. Επιστρέφει και ακολουθώντας πιστά το χρησμό σκοτώνει και τη μάνα του και τον εραστή της. Κυνηγημένος απ’ της Εριννύες φτάνει στον άρειο πάγο όπου δικάζεται παρουσία του Απόλλωνα και της Αθηνάς και αθωώνεται με ισοψηφία και την θεία παρέμβαση της Αθηνάς.Η τραγωδία που ξεκινά με την επιστροφή του Αγαμέμνονα και τελειώνει με την δίκη του Ορέστη, είναι μία πορεία απο μια κοινωνία αυτοδικίας και κατά συρροή φόνων σε μία νέα ταξη πραγμάτων που έχει και τη δύναμη και το βήμα κάτω από το μανδύα της δικαιοσύνης ,της ομολογίας και της « θείας» παρέμβατικης δικονομίας να χρίζει αθώους και ένοχους με αυστηρά υποκειμενικά κριτήρια. Η τελική κάθαρση μέσα στο δικαστήριο των φαντασμάτων και των μετανοημένων θεών έρχεται για να βάλει περισσότερα ερωτηματικά τόσο για μια κοινωνία αυτοδίκων όσο και δημοκρατών.
|
|
|
|
ΚΕΙΜΕΝΟ ΟΡΕΣΤΗΣ
Εγώ είμαι το μυξιάρικο που κρύβεται στα φουστάνια της μάνας του. Εγώ είμαι το παιδί της κλωτσιάς.
ΠΑΡ’ ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΣΟΥ ΚΙ ΑΝΤΕ ΝΑ ΠΑΙΞΕΙΣ ΑΛΛΟΥ. Εγώ είμαι η ντροπή του πατέρα μου. ΕΣΦΑΖΕ ΣΑ ΜΗΧΑΝΗ ΒΙΑΖΕ ΣΤΟ ΦΤΕΡΟ Ο ΘΕΟΣ Ν’ ΑΝΑΠΑΥΣΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ. Εγώ είμαι η σκιά με πόδια όλοι με κοιτούν και απορούν ΜΑ ΚΑΛΑ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ. Δεν είμαι στη βοή των δρόμων στα υπαίθρια μαζώματα αναπολούμε μια χαρα θαμμένη χρονια τώρα στις ουρές το πλήθος στριμώχνεται μασουλά και φτύνει στις ουρές σας εγώ κρατάω εισητήριο μετ’ επιστροφής στις γιορτές σας εγώ είμαι η παραφωνία. Θα γυρίσω τον κόσμο να βρώ τί είμαι θα γκρεμιστώ από μπαλκόνια αχρησιμοποίητα από βράχια φαγωμένα εκεί που συναντά τη θάλασσα ο ορίζοντας θα χαθώ ΔΕ ΘΕΛΩ ΤΗ ΓΗ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΘΕΛΩ. Συντομα συντομα φώτα ξεχασμένων σταθμών τη νύχτα θα με φωνάζουν σύντομα φωνές σάλπιγγες κόσμων υπογείων θα με πάρουν κοντά τους σύντομα ο αέρας που σας πνίγει θα με κάνει δικό του. Μιά μέρα σ’ ένα διάδρομο βρήκα την αδελφή μου να παραπατάει ζαλισμένη απ’τον ήλιο και να φτύνει σκουλήκια ΕΓΩ ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΑΝΤΡΑΣ ΤΗΣ ΕΙΠΑ ΟΥΤΕ ΑΝΤΡΑΣ ΟΥΤΕ ΓΥΝΑΙΚΑ. Μου είπε σώσε με σώσε με πάρε με για σκλάβα σου και σώσε με σώσε με απ’ τον τάφο μου.Ο μόνος άνθρωπος που είχα ποτέ αγαπήσει σ’ αυτό το μέρος σ’ αυτή την κατάσταση τα’ χασα άρχισα να ζαλίζομαι δε μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου εμετός ανέβηκε στο στόμα μου θυμήθηκα αυτό που μου ‘λεγε η μαμά όταν ήμουν μικρός όταν τα πράγματα πάνε στραβά πέσε στα γόνατα και προσευχήσου πέσε στα γόνατα και προσευχήσου. ΕΣΥ ΘΑ ΜΕ ΣΩΣΕΙΣ ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ Ο ΑΝΤΡΑΣ ΕΔΩ ΜΕΣΑ μου είπε ΝΑΙ ΑΛΛΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕ ΓΙΝΕ ΑΝΤΡΑΣ.Ξεμπέρδευε με τις ρίζες σου. Γίνε ελεύθερος. Γίνε χαρούμενος. Σκότωσε τη μάνα σου. Ξεφορτώσου το παρελθόν μια για πάντα. Ξέχνα. Ναι είπα θα σας δείξω εγώ ποιός είμαι, δημόσιος υπάλληλος μεταξύ σφραγίδας και γραφομηχανής κόβει και κανα λαιμο όταν τελειώνει το μελάνι, ΣΚΥΛΛΑ ΘΑ ΣΟΥ ΚΟΨΩ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΘΑ ΣΟΥ ΦΑΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΝΑ ΣΟΥ ΣΑΠΙΣΕΙ Η ΜΗΤΡΑ ΝΑ ΤΗ ΦΤΥΣΕΙ ΤΟ ΜΟΥΝΙ ΣΟΥ. Το έγκλημα είναι η κληρονομιά, υστερόγραφο στο σωλήνα όργανο αιδοίο. Φορτωμένος στεφάνια μπαίνω νικητης στο βασίλειο της αμνησίας. Επιτέλους θα τιμωρηθώ. Εσείς τώρα ποιές είστε δεν είσαι η μάνα μου εσύ ξεμπέρδεψα με σένα φίδια είστε φωλιές για σφήκες και αράχνες με πλησιάζουν και με καταπίνουν και αυτόδε θα τελειώσει ποτέ; Εγώ δεν ήμουν ΑΥΤΗ εγώ ποτέ δεν ήμουν ΑΥΤΗ εγώ όχι ΑΥΤΗ. Πάρτε ΑΥΤΗ. Πάρτε ΑΥΤΗ. Μιά μέρα περπατούσαμε χέρι χέρι και μου δειξε τ’ άστρα και μου είπε είναι δικά μου μια μέρα περπατούσαμε μ’ έναν άντρα τον έδειξε και μου είπε είναι δικός μου.
|
|