| |
– Ι –
Όλο και περισσότερο μες στη νεκρή νύχτα ξεσπώ σε δάκρυα.
Όχι, ούτε ένα ψίχουλο ψυχής δεν επικοινωνείται πια.
Δεν χρησιμεύει σε κανέναν:
πόσα και πόσα δεν ξοδεύονται
σε μια και μόνη μέρα
για την επίτευξη της απόλυτης ηλιθιότητας.
Και μετά τη δουλειά
οι άντρες πάνε εκεί
όπου υπάρχει χρήμα και πόρνες.
Ας είναι.
Πάνω απ' τη χιονοστοιβάδα των ανθρώπων
θα περάσω μοναχός
–σαν θραύσμα από ρουμπίνι που λάμπει μες στον πάγο.
Ουρανοί!
Θέλω να λάμψω.
Αφήστε με να απλώσω τα διαμάντια της ψυχής
πάνω από τη μαύρη φορεσιά της νύχτας.
– ΙΙ –
Υπουργοί, ηγέτες, δημοσιογράφοι
–μην τους πιστεύετε!
Εγερθείτε, όλοι οι γονυπετείς.
Κοιτάξτε –βολβοί ατομικού θανάτου
στις νεκρικές κόγχες των ματιών.
Εγερθείτε!
Εγερθείτε!
Εγερθείτε!
Ω, άλικο αίμα της εξέγερσης!
γκρέμισε τη σάπια φυλακή του Κράτους!
Ξεχύσου ανάμεσα στα κορμιά των φοβισμένων
και πρόσφερε στους πεινασμένους μαύρες εκρήξεις
με δίσκους των πόλεων τις πλατείες
|
– ΙΙΙ –
Που είναι αυτοί
–αυτοί που πρέπει
να στραγγαλίσουν τις κάνες των όπλων
να αποκόψουν τις πληγές του πολέμου
με το ιερό μαχαίρι της εξέγερσης;
Που είναι;
Που είναι;
Ή δεν υπάρχει απολύτως κανένας;
Προσοχή –τα πνεύματά τους είναι σκλαβωμένα
στις μηχανές με αλυσσίδες από νομίσματα.
– IV –
O Άνθρωπος χάθηκε.
Ασήμαντος σα μια μύγα,
μόλις που κινείται στη σελίδα.
Θα βγω στης πόλης την πλατεία
και μες στης πόλης το αυτί
θα καρφώσω μια κραυγή απόγνωσης…
Μετά, θα τραβήξω ένα όπλο
και θα το κολλήσω στο ναό μου…
δεν θ' αφήσω κανέναν να ποδοπατήσει
το λευκό κουρέλι της ψυχής.
Άνθρωποι!
Σκορπίστε, δεν υπάρχει λόγος…
μην με παρηγορείτε.
Στην κόλασή σας,
δεν μου μένει χώρος ν' αναπνεύσω.
Καλωσορίστε τη δειλία και την πείνα!
Κι εγώ, με το πρόσωπο καταγής
φτύνω τη σιδερένια πόλη σας
γεμάτη χρήμα και βρωμιά |
– V –
Ουρανοί!
Δεν ξέρω τι κάνω…
Αν είχα ένα μαχαίρι για εκδίκηση!
Κοιτάξτε, κάποιος άπλωσε
ένα μαύρο ψέμα πάνω απ' το λευκό.
Κοιτάξτε
η λάμψη του βραδιού
μασάει τη ματωβαμένη σημαία
Και η ζωή είναι φρικτή
σα φυλακή χτισμένη σε κόκαλα.
Πέφτω!
Πέφτω!
Πέφτω!
Αφήνω τα γεράματα για εσάς
Δεν θα τραφώ με ψοφίμια
όπως οι υπόλοιποι:
δε θα γεμίσω τα έντερά μου
με καρπούς που ποτίστηκαν από τάφους.
Δε θέλω το ψωμί σας
που ζυμώθηκε με δάκρυα.
Και πέφτω, πετάω
σε παραλήρημα,
μισοκοιμισμένος
Και νιώθω
τον Άνθρωπο
ν' ανθίζει μέσα μου.
– VI –
Εδώ έχουμε συνηθίσει
να βλέπουμε
καθώς περιδιαβαίνουν
τους δρόμους στον ελεύθερό τους χρόνο
τα κατεστραμένα πρόσωπα της ζωής.
Σα το δικό σου.
Και ξαφνικά
σα κεραυνός
σα να επέστρεψε
στον κόσμο ο Ιησούς
ρημαγμένη κι εσταυρωμένη
ορθώνεται
η ομορφιά του ανθρώπου.
Εγώ είμαι
καλώ για αλήθεια
και εξέγερση
δεν θέλω πια να υπηρετώ.
Θα κόψω τα μαύρα λουριά
που ύφανθηκαν
απ' τα ψέματα.
Εγώ είμαι
δεσμώτης απ' το νόμο
ουρλιάζοντας το μανιφέστο του ανθρώπου!
Αδιαφορώντας
για του κορακιού
το ράμφος που χαράζει
ένα ματωμένο σταυρό
στο μάρμαρο
του κορμιού μου.
Yuri Galanskov,
(Φοίνικας, 1961)
|