Κομμάτια σπασμένου καθρέπτη που αντανακλά τη ζωή και την ανθρώπινη φύση.
Σαπισμένα κουφάρια σε δανεικά σώματα. Έκπτωτοι άγγελοι σΆ ένα αέναο καθαρτήριο που δε λέει να σταματήσει ποτέ.
Η ζωή είναι μια συνήθεια.
Η ανθρωπότητα σαπίζει.
Η γλώσσα ως μέσο επικοινωνίας έχει αποτύχει.
Η απάντηση στο χάος, την τυχαιότητα και την ασημαντότητα του κόσμου: η σιωπή.
Μέσα στη σφαίρα σύγκρουσης με τον εαυτό της, η μονάδα μετέωρη, ψυχορραγεί. Από μοναξιά.
|
Μέσα στη σφαίρα σύγκρουσης με τους άλλους, η μονάδα μετέωρη, ψυχορραγεί.
Από απόγνωση. Ο άλλος υπάρχει μόνο ως αποδεικτικός μάρτυρας της μη ύπαρξης μας.
Το λάθος μας; Ότι γεννηθήκαμε.
«Τόσο πολύ ονόμασα αυτό το πράγμα ζωή μου,
που τελικά θα το πιστέψω.»
Ψάχνω να βρω τον εαυτό μου και πέφτω στο κενό.
Ψάχνω να βρω το διπλανό μου και πέφτω στο κενό.
Τίποτα δεν είναι πιο σίγουρο από το τίποτα.
Η λυτρωτική λύση του τέλους απομακρύνεται σε κάθε βήμα, γιατί οι λεπτοδείκτες του ρολογιού γίνονται ολοένα και πιο βαριοί κι ο χρόνος τείνει να σταματήσει.
|
Ένα ατέρμονο παρόν. Ένα χρονικό και χωρικό κενό.
Αφουγκράζεσαι και ακούς μόνο πεθαμένες φωνές.
Πεθαμένες φωνές, μηχανές αυτοκινήτων και ανούσιες συζητήσεις.
Αναμονή στο πουθενά για το τίποτα.
Δεν μπορώ να συνεχίσω. Υπάρχει κανείς εκεί έξω που να παραμένει άνθρωπος;
«Όχι, όχι ψυχές, ούτε σώματα, ούτε γέννηση, ούτε ζωή, ούτε θάνατος. Πρέπει να συνεχίσεις χωρίς τίποτα απ' όλα αυτά, όλα αυτά πέθαναν από λόγια, όλα αυτά είναι λόγια, πολλά λόγια.» Κούφια λόγια.
|