|
Ο Βλαντίμιρ Μαγιακόβσκη γεννήθηκε το 1893 στο Bagdadi της Γεωργίας. Το 1906 πεθαίνει ο πατέρας του και η οικογένειά του μετακομίζει στη Μόσχα. Το 1908, σε ηλικία 15 ετών, μπαίνει στη μπολσεβίκικη φράξια του ρωσικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και εκλέγεται στην επιτροπή της Μόσχας. Συλλαμβάνεται 3 φορές, την τρίτη φυλακίζεται για 6 μήνες σε απομόνωση. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του άρχισε να γράφει ποίηση. Το 1911 ξεκινά σπουδές στο Ινστιτούτο Ζωγραφικής, Γλυπτικής και Αρχιτεκτονικής της Μόσχας. Αποστασιοποιείται από τους μπολσεβίκους και εντάσσεται στους φουτουριστές. Το 1912 πηγαίνει στην Πετρούπολη, όπου συμμετέχει στη σύνταξη του μανιφέστου "Ράπισμα στο Κοινό Γούστο". Αποβάλεται από το Ινστιτούτο. Το 1913 ο υπεύθυνος της κρατικής επιτροπής λογοκρισίας παραλαμβάνει ένα κείμενο, στην πρώτη σελίδα του οποίου υπήρχε η ένδειξη "Βλαντίμιρ Μαγιακόβσκη. Τραγωδία". Ο λογοκριτής, παίρνοντας το όνομα του συγγραφέα για τίτλο, έδωσε την άδεια να ανεβεί στη σκηνή η "τραγωδία" Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκη. Για να μην αντιμετωπίσει για δεύτερη φορά την ταλαιπωρία της λογοκρισίας, ο Μαγιακόβσκη δέχτηκε αυτό τον τίτλο. Τελικά, το πρώτο θεατρικό του έργο, τόσο στον τίτλο, όσο και στο περιεχόμενο, έμελε να είναι μια προφητεία της ζωής του: στην πρώτη πράξη του έργου, ο Μαγιακόβσκη υποδύεται έναν ποιητή που καλεί τους φτωχούς να εξεγερθούν ενάντια στους πλούσιους. Ταυτόχρονα όμως και τα αντικείμενα εξεγείρονται ενάντια στους ανθρώπους. Στη δεύτερη πράξη, κυριαρχούν η αηδία, η κούραση και η αμφιβολία. Ο ποιητής μαζεύει δάκρυα σε μια βαλίτσα και ταξιδεύει σε μακρινές χώρες για να τα πετάξει στα μούτρα του "σκοτεινού θεού των καταιγίδων". «Αξιότιμοι κύριοι! - Μπαλώστε την ψυχή μου - να μην μπορεί να στάζει το κενό»...
Τον επόμενο χρόνο, ο Μαγιακόβσκη πρωτοστατεί στις δραστηριότητες των φουτουριστών και γράφει το πρώτο του μεγάλο ποίημα, το "Σύννεφο με παντελόνια" (1914-15). Έρωτας, επανάσταση, αποστροφή για τον κόσμο και προκλητικό ύφος:
"Πώς τολμάτε να λέγεστε ποιητής
και γκριζωπός να τιτιβίζετε δίκην μυγοχάφτη!
Σήμερα
πρέπει
ν' αποτυπώνεσαι ανοίγοντας στα δύο
το καύκαλο του κόσμου
με τον κρανιοθραύστη!"
|
Είναι τα χρόνια που, για μια ακόμα φορά, η ευρώπη και ο κόσμος ματοκυλίζονται για τα συμφέροντα των αφεντικών:
Τι είναι εκεί στον ουρανό των μαχών;
Ελευθερία;
Θεός;
Δολλάριο!
Πότε επιτέλους θα σηκωθείς με όλο σου τ' ανάστημα
εσύ,
που τη ζωή σου δίνεις ηλίθια;
Πότε θα πετάξεις στα μούτρα τους την ερώτηση
γιατί πολεμάμε, αλήθεια!
("Καλώ στην απολογία!",
Μαγιακόβσκη, 1917)
|
Το ξέσπασμα της επανάστασης στη Ρωσία μοιάζει να είναι η θύελλα που θα γινόταν το σπίτι του κεραυνού-Μαγιακόβσκη. Στους δρόμους της Μόσχας οι φουτουριστές αφισσοκολούν το "Διάταγμα Νο 1 της στρατιάς της τέχνης" του Μαγιακόβσκη: "Σύντροφοι, στα οδοφράγματα της ψυχής και της καρδιάς, άλμα προς τα μπρος, δεν μας αρκεί η κατασκευή ατμομηχανών (...) Θέλω τον ήχο της καταιγίδας. Οι δρόμοι πινέλα μας, παλέτες οι πλατείες. Εμπρός φουτουριστές, ποιητές και ταμπούρλα".
Ο Μαγιακόβσκη συμμετέχει με όλες του τις δυνάμεις στα γεγονότα. Παράλληλα, γράφει την "Ωδή στην Επανάσταση", την "Αριστερή Πορεία" και το "150.000.000". Γυρίζει σε ταινία μια διασκευή του "Μάρτιν Ήντεν" του Τζακ Λόντον, με τίτλο "Δεν ήταν γεννημένος για λεφτά". Γράφει και ανεβάζει τη δεύτερη θεατρική του παράσταση, με τίτλο "Μυστήριο Μπουφ": μετά από ένα βιβλικό κατακλυσμό, οι επιζώντες αναζητούν καταφύγιο στο βόρειο πόλο, που δεν έχει πλημμυρίσει. Χωρίζονται στα δύο -την κυρίαρχη τάξη (τους "καθαρούς") και την κατώτερη, τους "ακάθαρτους". Οι "ακάθαρτοι" εξεγείρονται και δημιουργούν τον επι γης παράδεισο. Το έργο, πέρα από τα σαφή του πολιτικά μηνύματα, στρεφόταν με βιαιότητα και ειρωνία ενάντια στην εκκλησία. Και κάποια άλλα όμως μηνύματα αρχίζουν να γίνονται σαφή: το σοβιέτ της Μόσχας αρνείται τη μεταφορά της παράστασης σε ταινία, γιατί «δεν είναι κατανοητή στις μάζες».
Από το 1919 ως το 1921, ο Μαγιακόβσκη σχεδιάζει προπαγανδιστικές αφίσσες για τη ρωσική τηλεγραφική υπηρεσία, τα "παράθυρα ΡΟΣΤΑ". Ενώ ο Μαγιακόβσκη διεκπεραιώνει σε μεγάλο βαθμό τη βρωμοδουλειά της προπαγάνδας του κόμματος, το κόμμα αποφασίζει πως ο Μαγιακόβσκη τού είναι χρήσιμος περίπου ως επαγγελματίας διαφημιστής (και μόνο έτσι): "Δεν είναι ντροπή να ψηφίσετε υπέρ της έκδοσης των 150.000.000 του Μαγιακόβσκη σε 5.000 αντίτυπα; Βλακείες, μωρολογίες, επιτήδευση, μεγαλομανία, έργο παράλογο και εξωφρενικό. Κατά τη γνώμη μου ζήτημα αν ένα στα δέκα απ' τα γραφτά του αξίζει να τυπωθεί κι όχι σε περισσότερα από 1.500 αντίτυπα για τις βιβλιοθήκες και μερικούς βλαμμένους", 6/5/1921, επιστολή του Λένιν στον Ανατόλι Λουνατσάρσκη, πρώτο λαϊκό κομισάριο της παιδείας.
Η ατμόσφαιρα αρχίζει να γίνεται αποπνικτική:
"Η κούρσα βρίσκεται στο τέλος της
η φωτιά σιγοσβήνει
το μικροαστικό πνεύμα σκορπά τη δυσώδη οσμή του.
Για την ώρα απλώς ατμοί.
Όμως εγώ αγαπώ τις βροντές της θύελλας.
Εγώ, μεγαλοφυής ή όχι
παράτησα τα άχρηστα πλουμίδια
και δούλεψα στα παράθυρα ΡΟΣΤΑ.
Αρκετά. Όχι πια ανόητοι και βλάκες, να περιμένουν με το στόμα ανοιχτό τη λέξη που θα πέσει απ' το στόμα του "αρχηγού".
Σύντροφοι, βάλτε ένα χεράκι για μια τέχνη καινούργια,
που θα ξελασπώσει τη Δημοκρατία"
(Μαγιακόβσκη, Διάταγμα Νο 2
στη στρατιά της τέχνης)
|
Ο Μαγιακόβσκη δημιουργεί την ομάδα και το περιοδικό "ΛΕΦ", που συγκρούεται με την (καθεστωτική) Πανενωσιακή Επιτροπή Προλεταριακών Συγγραφέων (ΒΑΠΠ) και αργότερα με τη Ρωσική Εταιρεία Προλεταριακών Συγγραφέων (ΡΑΠΠ). Το 1923 δημοσιεύει το "Περί αυτού" με υπότιτλο "Ανοιχτή επιστολή του Μαγιακόβσκη προς την Κεντρική Επιτροπή του ρώσικου κομμουνιστικού κόμματος που εξηγεί ορισμένα φερσίματα του ως άνω Μαγιακόβσκη":
«Στη θέση των χθεσινών ελπίδων, μες στα καφενεία ξεκοιλιάζονται στις πάστες ως τον εμετό, δοξάζοντας τον κομμουνισμό (...) Όσο κι αν με πληρώσουν, ούτε τσάμπα δεν θα γίνω ποτέ διευθυντής, υποδιευθυντής, ούτε καν κομισάριος του επισιτισμού. Πίσω μου εμένα του μετανάστη απλώνεται μια ουρά ατέλειωτη χωρών και ανθρώπων που με αποδιώχνουν. Ταρακουνώντας τα κεφάλια σ' έκρηξη σκέψεων, μες στον κρότο του πυροβολικού της καρδιάς, ανεβαίνει μια άλλη επανάσταση, η τρίτη επανάσταση, του πνεύματος.
Ο Οχτώβρης αντήχησε κι εσείς μου στρωθήκατε αραδιάζοντας τα πιατικά σας. Γεμίσαμε αράχνες, εδώ κι αιώνες τα ίδια και τα ίδια. Ακριβώς. Μόνον που τώρα, αντί των προστατευτικών πνευμάτων, της νεράϊδας, έγινε φύλακας-άγγελος ο συγκάτοικός σας με το στρατιωτικό σακάκι (αστυνομία). [...] με την πνοή μου, τους παλμούς της καρδιάς μου, τη φωνή μου, κάθε τρίχα που ορθώνεται από φρίκη, τις τρύπες των ρουθουνιών μου, τα καρφιά των ματιών μου, τα δόντια μου που τρίζουν σαν αγριμιού, τα συνοφρυωμένα από θυμό φρύδια, οι πόροι μου, όλα, φθινόπωρο, χειμώνα, άνοιξη, καλοκαίρι, τη μέρα, καθώς κι όταν κοιμάμαι, μισώ όλα αυτά, όλα όσα ένα παρελθόν σκλάβων μας κόλλησε, όλες τις μικρότητες που κατακάθισαν στην καθημερινή ζωή, ακόμα και στο πολίτευμά μας της κόκκινης σημαίας. Δεν θα δώσω ποτέ τη χαρά να δω τον εαυτό μου να σβήνει το χρέος (αυτού που ανέλαβα). Στη γωνιά του δρόμου μπορεί να με καθαρίσουν μ' ένα μαχαίρι... Δεν έζησα όσο μού 'πρεπε εδώ στη γη, εδώ στη γη δεν αγάπησα ό,τι μου δόθηκε. Ψηλός δυο μέτρα, προς τι; Για μια τέτοια δουλειά, κι ένα σκουλήκι θα τα κατάφερνε».
Το 1925, για να ξεφύγει από την αποπνικτική ατμόσφαιρα στη Σοβιετική Ένωση, ταξίδεψε στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ, το Μεξικό και την Κούβα. Ήταν η τελευταία φορά που το καθεστώς τού επέτρεψε να ταξιδέψει στο εξωτερικό.
Τα δύο τελευταία θεατρικά έργα που έγραψε και ανέβασε ήταν "Ο Κοριός" και "Το Λουτρό" (στα ελληνικά έχει καθιερωθεί να αναφέρεται ως "Το Χαμάμ").
Ο "Κοριός" είναι χωρισμένος σε δύο μέρη: το πρώτο μέρος κυριαρχείται απ' την αρνητική φιγούρα του εργάτη Πρισύπκιν, που λαχταρώντας μια άνετη ζωή, απαρνιέται την κοινωνική του καταγωγή και δολοπλοκεί για να παντρευτεί τη μεσοαστή Ελζεβίρα Ρενεσάνς. Χωρίζει με τη γυναίκα που τον αγαπά, η οποία αποπειράται να αυτοκτονήσει, προδίδει τους συντρόφους του και αλλάζει το όνομά του.
Το επίσημο γαμήλιο γεύμα, στο μαγαζί των Ρενεσάνς, διακόπτεται από μια πυρκαγιά. Σώζεται μόνο ο Πρισύπκιν, κατεψυγμένος μέσα στο νερό που εκτοξεύουν οι πυροσβέστες. Πενήντα χρόνια αργότερα, μια ομάδα εργατών βρίσκει τον Πρισύπκιν. Το ινστιτούτο αναστάσεων αποφασίζει να τον ξαναζωντανέψει. Και μπαίνουμε στο δεύτερο μέρος του "Κοριού", όπου ο κομμουνιστικός παράδεισος, 50 χρόνια μετά, σταδιακά μάς αποκαλύπτεται ως εφιαλτική δυστοπία. Η ζωή είναι στερημένη από κάθε ορμή και συναίσθημα, τα πρόσωπα άχρωμα και δίχως πρωτοβουλία, ζούνε σε τεράστια διαφανή και αποστειρωμένα κελιά. Η μόνη σύνδεση του Πρισύπκιν με τον κόσμο που ο ίδιος ζούσε, είναι ένας κοριός που πηδάει από τα ρούχα του. Ο κοριός και ο Πρισύπκιν, που αρχίζει -με τρόπο που αιφνιδιάζει το θεατή- να γίνεται συμπαθής, μεταφέρονται στο ζωολογικό κήπο για να εκτεθούν. Η τελευταία σκηνή του "Κοριού" είναι τα εγκαίνια της έκθεσης: ο Πρισύπκιν, βλέποντας το πλήθος που συγκεντρώθηκε για να δει το περίεργο θέαμα, πετάγεται φωνάζοντας: «Πολίτες! Αδέλφια! Πατριώτες μου! Αίμα μου! Από πού ήρθατε; Πόσοι είσαστε; Πότε πρόφτασαν και σας ξεπάγωσαν όλους; Γιατί μ' έχουν εμένα μόνο στο κλουβί; Αδέλφια μου, γενιά μου, ελάτε, κοπιάστε στο φτωχικό μου. Τι έκανα και υποφέρω ολομόναχος; Πολίτες!...». Αυλαία.
Στο "Λουτρό", το ταξίδι στο χρόνο γίνεται αντίστροφα. Ο εφευρέτης Τσουντακόβ έχει ανακαλύψει μια χρονομηχανή. Ενώ προσκρούει σε άπειρα γραφειοκρατικά προβλήματα για να την κατασκευάσει, κάνοντας μια δοκιμή, λαμβάνει μέσα από την χρονομηχανή ένα μήνυμα: την επόμενη μέρα, στις οχτώ το βράδυ θα φτάσει κάποιος από το μέλλον. Οι κομματικοί εκπρόσωποι που περιφρονούσαν τον εφευρέτη κινητοποιούνται άμεσα. Η γκρίζα γραφειοκρατία προσωποιείται στον επίτροπο Πομεντονόσικοβ. Πράγματι, την επόμενη μέρα, μέσα από τη μηχανή βγαίνει η "Φωσφορίζουσα Γυναίκα". Έρχεται από το έτος 2030, θα μείνει 24 ώρες στον παρόντα χρόνο και θα οδηγήσει στον μελλοντικό κομμουνιστικό κόσμο όσους θέλουν να την ακολουθήσουν. Μια μεγαλόπρεπη τελετή ετοιμάζεται για την αναχώρηση στο μέλλον. Η ώρα έρχεται: στρακαστρούκες και πυροτεχνήματα. Όμως ο διαβολικός τροχός του χρόνου πετάει αλύπητα το περιττό βάρος, την κλίκα των κομισάριων. Αλλόφρων ο επίτροπος Πομεντονόσικοβ στρέφεται προς τους θεατές φωνάζοντας: «Κι αυτή και σεις κι ο συγγραφέας -τι θέλετε να πείτε με όλα αυτά, -πως εγώ κι οι όμοιοί μου είμαστε άχρηστοι για τον κομμουνισμό;». Αυλαία. Δυόμιση μήνες μετά το ανέβασμα του "Λουτρού", ο Μαγιακόβσκη αυτοκτόνησε. Ήταν 14 Απριλίου του 1930. Αργότερα ο Στάλιν του απέδωσε καθεστωτικό φωτοστέφανο, τονίζοντας πως «η αδιαφορία για το έργο του Μαγιακόβσκη είναι έγκλημα».
Υ.Γ.
Για το ζήτημα της αυτοκτονίας και τους καταναλωτές του πεσιμισμού
Το να συντριβεί κάποιος μέσα στον αγώνα για τη ζωή είναι εντελώς διαφορετικό (για την ακρίβεια το αντίθετο) από το να γοητεύεται κανείς με τους "καταραμένους ποιητές" για να ξεφεύγει από τη μιζέρια της επιβίωσης. Η δόξα του Μαγιακόβσκη δεν πηγάζει από τη "φωτογενή" φυσιογνωμία του, ούτε από τη "γοητευτική" αυτοκτονία, αλλά από τον αγώνα του για τη ΖΩΗ. Αντί για επίλογο, ένα σαμιζντάτ ποίημα:
Μαγιακόβσκη, άκουσέ μας.
Στ' ορκιζόμαστε, να ζήσουμε και τη δόξα σου να πλύνουμε απ' τη λάσπη
απ' το ψεύτικο το βάθρο που σου στήσαν.
Με τον ώμο σου θα διώξεις, μαύρα σύννεφα, σκοτάδια
και την σκόνη θα τινάξεις. Ναι.
Σαν και πρώτα, ωραίος,
είκοσι χρονώ
να ξαναδιαβείς μαζί μας
χρόνο και αιώνα σκοτεινό.
(Τραγούδι του κάτεργου -ανώνυμου)
|
Bιβλιογραφία
- Καίτη Δρόσου, Ο «Αποστάτης» Μαγιακόβσκη και η Οκτωβριανή Επανάσταση, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1990
- Άντζελο Μαρία Ριπελλίνο, Ο Μαγιακόβσκη και το Ρώσσικο Πρωτοποριακό Θέατρο, μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1977.
TIK
|
|