|
Ο Γκεόργκ Μπύχνερ και ο Θάνατος του Δαντόν
O Γκεόργκ Μπύχνερ ήταν μόλις 22 χρονών όταν έγραψε αυτό το έργο (μέσα σε πέντε εβδομάδες) το 1835. Το θέμα του είναι η αιματηρή δεύτερη φάση της Γαλλικής επανάστασης και διαπραγματεύεται λίγες μέρες από τη ζωή του Υπουργού Δικαιοσύνης της Επανάστασης, Ζωρζ Δαντόν. Το δυνατό ποιητικό κείμενο του Μπύχνερ, σε αρκετές περιπτώσεις, συλλογίζεται την αντίφαση μεταξύ του ομολογουμένως πραγματικού σκοπού των επαναστατών να βελτιώσουν τη μοίρα του λαού και την χειροτέρευση της κατάστασης των ίδιων των ανθρώπων.
Στο κείμενο του Μπύχνερ, ο Δαντόν περπατάει σε τεντωμένο σκοινί, πιστεύοντας από τη μια ότι η φήμη του και η δημοτικότητα του θα τον σώσουν από την γκιλοτίνα, από την άλλη όμως συμφιλιώνεται με την πιθανότητα του θανάτου μέσα από εύγλωττους μονολόγους, συλλογιζόμενος τη σημασία και το σκοπό της ίδιας της ζωής. Το έργο του Μπύχνερ ήταν μέρος μιας διαμάχης που είχε ξεσπάσει στη Γερμανία μεταξύ των διανοούμενων και των καλλιτεχνών, σχετικά με τη σπουδαιότητα της Γαλλικής Επανάστασης. Οι Γερμανοί διανοούμενοι παρακολουθούσαν στενά τα γεγονότα στη Γαλλία. Σχεδόν ομόφωνα καλωσόρισαν το ξέσπασμα της επανάστασης και είδαν το λαϊκό κίνημα της Γαλλίας και τα ριζοσπαστικά αιτήματα του ως ένα μέσο για να ταράξουν τα λιμνάζοντα νερά της στάσιμης Γερμανίας, που ήταν διαιρεμένη στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα σε μια ομοσπονδία χιλιάδων μικρών ημιφεουδαρχικών υπανάπτυκτων κρατιδίων. Έχοντας να αντιμετωπίσει αντεπαναστατικούς αιφνιδιασμούς στο εσωτερικό της και τον κίνδυνο της εισβολής ξένων εχθρικών στρατευμάτων, η επανάσταση στη Γαλλία πέρασε στη δεύτερη και πιο αιματηρή φάση της τη χρονιά 1793-1794.
Το πώς διαπραγματεύεται ο Μπύχνερ την επανάσταση αποκαλύπτεται από τον τρόπο με τον οποίο οι βασικοί του χαρακτήρες συνεχώς προσπαθούν να κατανοήσουν τα γεγονότα που υπόκεινται και αμφιβάλλουν για το βαθμό που μπορούν να ελέγξουν τις κοινωνικές διεργασίες που βοήθησαν να ενεργοποιηθούν. Σε κάποιο σημείο στο έργο που η εκτέλεση του γίνεται όλο και πιο πιθανή, ο Δαντόν λέει: «Η επανάσταση καταβροχθίζει τα παιδιά της». Σε ένα άλλο σημείο ο Ροβεσπιέρος συμπληρώνει: «η κοινωνική επανάσταση δεν τελείωσε ακόμα. Αυτός που κάνει μόνο μισή επανάσταση σκάβει τον τάφο του». Και οι δύο άντρες προσπαθούν πυρετωδώς να καταλάβουν τη δυναμική της επανάστασης.
Τα πιο ακραία μέτρα που υιοθετούσε η Γιακωβίνικη πτέρυγα του Ροβεσπιέρου για να κινητοποιήσει τις μάζες οδήγησαν σε πόλωση τους Γερμανούς διανοούμενους που αρχικά είχαν υποστηρίξει την επανάσταση. Το πνεύμα της Γαλλικής επανάστασης όμως έδωσε πολλά στοιχεία, όπως η εθνική απελευθέρωση και η έμφαση στην ατομική ταυτότητα, στο Γερμανικό Ρομαντισμό στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Άλλοι, όπως ο ποιητής και δραματουργός Γκαίτε, έκαναν από την αρχή σαφή την απέχθεια τους απέναντι στις μεθόδους των Γιακωβίνων, αλλά θεώρησαν την υποστήριξη της δικτατορίας του Ναπολέοντα σαν το μοναδικό μέσο που θα μπορούσε να εγγυηθεί τη σταθερότητα στην Ευρώπη και να διατηρήσει κάποια από τα κεκτημένα της επανάστασης. Από τη δική του πλευρά ο Γκαίτε έγραψε φαρμακερά λόγια για τους Γερμανούς Ρομαντικούς, επισημαίνοντας ότι «όλοι οι ποιητές γράφουν σαν να ήταν άρρωστοι και όλος ο κόσμος ένα νοσοκομείο».
Ο Μπύχνερ έκανε τη δική του εμβριθή μελέτη σχετικά με τα γεγονότα στη Γαλλία –κι όχι απλά από ακαδημαϊκή ή καθαρά ιστορική σκοπιά, αλλά με σκοπό να αποσαφηνίσει στη γενιά του τα μαθήματα που ανέρχονται από μια επανάσταση. Παρακολουθεί τα γεγονότα της εξέγερσης του Ιουλίου του 1830, όταν είναι μόλις 17 χρονών, μιας νέας λαϊκής εξέγερσης που οδηγεί στην καθαίρεση του βασιλιά Καρόλου 10ου και την εγκαθίδρυση μιας νέας μοναρχίας του Λουδοβίκου Φιλίππου και την υιοθέτηση ενός φιλελεύθερου συντάγματος. Τα γεγονότα στη Γαλλία λειτούργησαν σαν καταλύτης στο ευρύτερο κοινωνικό κίνημα στη Γερμανία ενάντια στην υψηλή φορολογία και τους περιορισμούς που έφτασε σε ακμή στο λεγόμενο φεστιβάλ του Hambach το 1832, όπου πάνω από 30.000 άτομα συμμετείχαν και ζητούσαν μια ενωμένη γερμανική δημοκρατία. Στη σύντομη ζωή του ο Μπύχνερ ήταν πολιτικά ενεργός, συμμετείχε σε λαϊκά κινήματα ως μέλος της παράνομης (κατά το γαλλικό πρότυπο) «Εταιρείας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», που αντιπολιτευόταν το καθεστώς του βασιλιά-αστού Λουδοβίκου-Φιλίππου. Γράφει σ’ ένα γράμμα προς την οικογένεια του εκείνη την εποχή: «Αυτή είναι η γνώμη μου: Αν μπορεί κάτι να βοηθήσει στην εποχή μας, αυτό είναι η βία. Ξέρουμε τι έχουμε να περιμένουμε από τους άρχοντες μας. Ό,τι παραχώρησαν, αναγκάστηκαν να το δώσουν, αλλά ακόμα κι αυτό μας το ‘ριξαν σα μια εύνοια που τη ζητιανέψαμε […] Κατηγορούν τους νέους πως χρησιμοποιούν τη βία. Αλλά μήπως δε βρισκόμαστε κάτω από μία κατάσταση αδιάκοπης βίας;» Η προγραμματική διακύρηξη της εταιρείας αυτής «Ο αγγελιοφόρος της Έσσης» είχε ως σημαία της το πολύ γνωστό ρητό της εποχής «Ειρήνη στα καλύβια. Πόλεμος στα παλάτια.» Γράφει στον Αγγελιοφόρο της Έσσης: «Η ζωή του αριστοκράτη είναι μια αδιάκοπη Κυριακή: Αυτοί ζούνε σε ωραία σπίτια, φοράνε χαριτωμένα ρούχα, έχουν παχουλά πρόσωπα και μιλάνε τη δικιά τους γλώσσα. Ο λαός αντίθετα κείτεται μπροστά τους σαν την κοπριά στο χωράφι. Ο αγρότης πηγαίνει πίσω από τ’ αλέτρι, ενώ ο αριστοκράτης πίσω κι απ’ αυτόν κι απ’ τ’ αλέτρι και σπρώχνει κι αυτόν μαζί με το βόδι να οργώνει, του παίρνει το στάρι και του αφήνει τα’ άχερα. Η ζωή του αγρότη είναι μια αδιάκοπη εργάσιμη μέρα. Ξένοι καταβροχθίζουν τα χωράφια του μπροστά στα ίδια του τα μάτια, το κορμί είναι ένας κάλος, ο ιδρώτας του είναι τ’ αλάτι πάνω στο τραπέζι του αριστοκράτη*».
Η οργάνωση αποκαλύφτηκε και τα στελέχη της άλλα συνελήφθησαν και άλλα ζήτησαν καταφύγιο στο εξωτερικό. Ο Μπύχνερ κρίθηκε ύποπτος, αλλά δεν βρέθηκαν ενοχοποιητικά στοιχεία και επέστρεψε στο σπίτι των γονιών του όπου έγραψε και το Ο θάνατος του Δαντόν, μέσα σε πέντε εβδομάδες. Καταζητούμενος στην Γερμανία, αυτοεξορίστηκε στο Στρασβούργο. Σύμφωνα με τον αδερφό του Λούντβιχ, ο Γκεόργκ Μπύχνερ με πολικούς όρους «ήταν περισσότερο επαναστάτης σοσιαλιστής, παρά δημοκράτης», γεγονός που διαφαίνεται στο έργο του ο Θάνατος του Δαντόν.
Στο Θάνατο του Δαντόν ο Μπύχνερ δηλώνει τη δική του απομυθοποίηση της Γαλλικής Επανάστασης. Αντίθετα με πολλούς Γερμανούς Ρομαντικούς ποιητές όμως, που αποσύρονται από την πραγματικότητα και αναζητούν μέσω των στίχων τους να αναδημιουργήσουν μια μυθική λαϊκή ουτοπία, ο Μπύχνερ ενδιαφέρεται κυρίως να απεικονίσει τα γεγονότα και τις προσωπικότητες της επανάστασης, όσο πιο καθαρά μπορεί. Στην πορεία του έργου του ο Μπύχνερ αναγνωρίζει τρεις βασικές επιρροές: «τη μελέτη της ιστορίας, τη μελέτη της λογοτεχνίας και την παρατήρηση του τι συμβαίνει γύρω μας».
Lilith
|
|
| * Λίλα Μαράκα, Κάφκα, Μπύχνερ, Βάις, Διογένης, Αθήνα 1977 σ. 97-98 |
|
|
|
|
| 
Θεατρικά έργα
- Ο Θάνατος του Δαντόν (1835)
- Λεόντιος και Λένα (1835)
- Woyzeck (1837)
Άλλα έργα
- Ο αγγελιοφόρος της Έσσης (διακήρυξη, 1834)
- Lenz (διήγημα, 1836)
 «Καταζητείται»
Η επικήρυξη του Μπύχνερ δημοσιευμένη
σε γερμανική εφημερίδα, 13 Ιούνη 1835
|
|